εξαντλητικός

Ελληνικά · Sinônimos e antônimos

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

εξαντλητικός

  • e.ksand.li.tiˈkos

De onde vem

εξαντλητικός < (εξαντλώ) εξαντλη- + -τικός

adjetivo εξαντλητικός · εξαντλητική · εξαντλητικό · εξαντλητικού · εξαντλητικής

  1. για εργασία, προσπάθεια κ.λπ. που εξαντλεί ο δρομέας τερμάτισε μετά από μια εξαντλητική προσπάθεια

    Parecidas: εξουθενωτικός, κουραστικός

  2. που δεν εξαιρεί, δεν παραλείπει κανένα από τα στοιχεία ενός συνόλου ο συγγραφέας προχωρεί σε εξαντλητική απαρίθμηση όλων των αιτίων του φαινομένου

Em inglês

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"εξαντλητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξαντλητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εξαντλητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξαντλητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}