ミクウィン

εξαφανίζω

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

εξαφανίζω

由来

εξαφανίζω < αρχαία ελληνική ἐξαφανίζω

動詞 εξαφανίζω · εξαφάνιζα · εξαφανίσω · εξαφάνισα · εξαφανίζομαι · εξαφανισμένος

  1. κάνω κάτι να είναι αθέατο, να μην μπορεί κανείς να το δει ή να το βρει ο μάγος είπε τις μαγικές λέξεις και εξαφάνισε την τράπουλα
  2. κάνω κάτι να μην υπάρχει πια, εξαλείφω μας υπόσχονται ότι οι νέες καλλιέργειες θα εξαφανίσουν το πρόβλημα της πείνας ...
  3. καταστρέφω, εξολοθρεύω Η κλιματική αλλαγή απειλεί να εξαφανίσει παραθαλάσσιες πόλεις και νησιά
  4. νομικός όρος αναιρώ δικαστική απόφαση)]]

英語で

  • obliterate to destroy (someone or something) completely, leaving no trace
  • disappear to make vanish

この単語について話す

引用する
MLA

"εξαφανίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξαφανίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"εξαφανίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξαφανίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}