εξερευνώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξερευνώ
- e.kse.ɾevˈno
Where it comes from
εξερευνώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξερευνῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξερευνάω < ἐξ + ἐρευνάω / ἐρευνῶ < ἔρευνα < ἔρομαι < πρωτοελληνική *erwomai (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική explorer & από την αγγλική explore)
verb εξερευνώ · εξερεύνησα · εξερευνώμαι · εξερευνήθηκα · εξερευνημένος
- ερευνώ, ψάχνω κάποιον τόπο, για να τον γνωρίζω (ιδίως τα γεωγραφικά του χαρακτηριστικά) ※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον
- μελετώ (εξονυχιστικά)
In English
- explore to examine or investigate something systematically
Talk about this word "εξερευνώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. εξερευνώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CF%8E "εξερευνώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξερευνώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}