εξευτελίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξευτελίζω
- e.kse.fteˈli.zo
Where it comes from
εξευτελίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω < ἐξ + εὐτελίζω < αρχαία ελληνική εὐτελής < εὖ + τέλος
verb εξευτελίζω · εξευτέλισα · εξευτελίζομαι · εξευτελίστηκα · εξευτελισμένος
- φέρομαι με απόλυτη περιφρόνηση απέναντι σε κάποιον, προκαλώ την ηθική του μείωση, ταπείνωση Μίλησε μπροστά σε όλο τον κόσμο για τα ελλείμματα στο ταμείο του. Τον εξευτέλισε μπροστά στους συναδέλφους του αλλά και τους πελάτες.
- τα μειώνω, ρίχνω την αξία τους, τη σημασία τους ※ 1913 ⌘ Κωνσταντίνος Καβάφης, Όσο μπορείς
Similar: μειώνω, ταπεινώνω, ρεζιλεύω, ντροπιάζω, διαπομπεύω
Thesaurus
verb
Similar: μειώνω, ταπεινώνω, ρεζιλεύω, ντροπιάζω, διαπομπεύω
In English
Talk about this word "εξευτελίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. εξευτελίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89 "εξευτελίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξευτελίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}