ミクウィン

εξευτελιστικός

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

εξευτελιστικός

  • e.kse.fte.li.stiˈkos

由来

εξευτελιστικός < → λείπει η ετυμολογία

形容詞 εξευτελιστικός · εξευτελιστική · εξευτελιστικό · εξευτελιστικού · εξευτελιστικής

  1. που εξευτελίζει, προσβλητικός ※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια α
  2. πάρα πολύ μικρός έχει μεγάλη ανάγκη και πουλάει το αυτοκίνητό του σε εξευτελιστική τιμή

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"εξευτελιστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξευτελιστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εξευτελιστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξευτελιστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}