εξοπλισμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξοπλισμός
- e.kso.pliˈzmos
Where it comes from
εξοπλισμός < εξοπλίζω, θέμα εξοπλισ- + -μός. Διαφορετικό το μεσαιωνικό ἐξοπλισμός (γεωργικό εργαλείο)
noun εξοπλισμός · εξοπλισμοί · εξοπλισμού · εξοπλισμών · εξοπλισμό · εξοπλισμούς
- ο εφοδιασμός με όπλα, με πολεμικό υλικό Aγορά νέων όπλων για εξοπλισμό του στρατού μας.
- τα διαθέσιμα οπλικά συστήματα, το σύνολο του πολεμικού υλικού χώρες με πυρηνικό εξοπλισμό
- ο εφοδιασμός με τα κατάλληλα εργαλεία, εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα H κατασκευή του νοσοκομείου τελείωσε δεν έχει όμως ακόμα αρχίσει ο εξοπλισμός του.
- το σύνολο των αντικειμένων που είναι απαραίτητα σε κάτι τεχνολογικός εξοπλισμός
Opposite: αφοπλισμός
Thesaurus
noun
Opposite: αφοπλισμός
In English
Talk about this word "εξοπλισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εξοπλισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "εξοπλισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξοπλισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}