εξοπλισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξοπλισμός

  • e.kso.pliˈzmos

Where it comes from

εξοπλισμός < εξοπλίζω, θέμα εξοπλισ- + -μός. Διαφορετικό το μεσαιωνικό ἐξοπλισμός (γεωργικό εργαλείο)

noun εξοπλισμός · εξοπλισμοί · εξοπλισμού · εξοπλισμών · εξοπλισμό · εξοπλισμούς

  1. στρατιωτικός όρος ο εφοδιασμός με όπλα, με πολεμικό υλικό Aγορά νέων όπλων για εξοπλισμό του στρατού μας.
  2. στρατιωτικός όρος τα διαθέσιμα οπλικά συστήματα, το σύνολο του πολεμικού υλικού χώρες με πυρηνικό εξοπλισμό
  3. figuratively, μεταφορικά ο εφοδιασμός με τα κατάλληλα εργαλεία, εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα H κατασκευή του νοσοκομείου τελείωσε δεν έχει όμως ακόμα αρχίσει ο εξοπλισμός του.
  4. figuratively, μεταφορικά το σύνολο των αντικειμένων που είναι απαραίτητα σε κάτι τεχνολογικός εξοπλισμός

Opposite: αφοπλισμός

Thesaurus

noun

Opposite: αφοπλισμός

In English

  • gear equipment or paraphernalia
  • equipment whatever is used in equipping
  • rig special equipment or gear

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξοπλισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξοπλισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"εξοπλισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξοπλισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}