εξουδετερώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξουδετερώνω

  • e.ksu.ðe.teˈɾo.no

Where it comes from

εξουδετερώνω < εξ- + ουδέτερ(ος) + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική neutraliser)

verb εξουδετερώνω · εξουδετέρωσα · εξουδετερώνομαι · εξουδετερώθηκα · εξουδετερωμένος

  1. εξαφανίζω τα αρνητικά ή βλαπτικά αποτελέσματα μιας ενέργειας, ενός πράγματος κ.λπ. ※ Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δ
  2. χημεία μετατρέπω ένα διάλυμα σε ουδέτερο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξουδετερώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξουδετερώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"εξουδετερώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξουδετερώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}