εξουσιοδοτώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξουσιοδοτώ
- e.ksu.si.o.ðoˈto
Where it comes from
εξουσιοδοτώ < εξουσία + -ο- + -δοτώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική autoriser)
verb εξουσιοδοτώ · εξουσιοδοτούμαι · εξουσιοδοτούσα · θα εξουσιοδοτώ · να εξουσιοδοτώ
- δίνω σε κάποιον την εξουσία να εκτελέσει ένα έργο, να πάρει κάποιες αποφάσεις ή να ασκήσει διοικητικές αρμοδιότητες
- δίνω σε κάποιον το δικαίωμα να υπογράψει επίσημα έγγραφα ή να εκτελέσει μια συναλλαγή αντί για μένα· του υπογράφω μια εξουσιοδότηση
- μεταβιβάζω μια αρμοδιότητα σε κάποιον αφαιρώντας την από άλλον που την είχε
In English
- empower to give permission to
Talk about this word "εξουσιοδοτώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. εξουσιοδοτώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E "εξουσιοδοτώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξουσιοδοτώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}