εξοχικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξοχικό
- e.kso.çiˈko
Where it comes from
εξοχικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εξοχικός
noun εξοχικό
- δεύτερη κατοικία για τις διακοπές, συνήθως σε εξοχικό μέρος τα καλοκαίρια, τα περνούσαμε στο εξοχικό μας που ήταν πλάι στη θάλασσα
- κρέας ψημένο με καρυκεύματα, τυλιγμένο με αλουμινόχαρτο ή φύλλα πίτας
- το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) για τους μπασκετικούς οπαδούς του Παναθηναϊκού (κατά την περίοδο που ήταν εν αναμονή της απόκτησης μόνιμης έδρας) Ο Παναθηναϊκός υποδέχεται στο εξοχικό του τον Ολυμπιακό για τον πρώτο αγώνα μπάσκετ αυτής της χρονιάς (από το διαδίκτυο, 2021)
In English
- villa a house used as a retreat
- holiday home second home used for holidays
- summerhouse house used as vacation home in summer
Talk about this word "εξοχικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. εξοχικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C "εξοχικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξοχικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}