εξοχικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξοχικό

  • e.kso.çiˈko

Where it comes from

εξοχικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εξοχικός

noun εξοχικό

  1. δεύτερη κατοικία για τις διακοπές, συνήθως σε εξοχικό μέρος τα καλοκαίρια, τα περνούσαμε στο εξοχικό μας που ήταν πλάι στη θάλασσα
  2. γαστρονομία κρέας ψημένο με καρυκεύματα, τυλιγμένο με αλουμινόχαρτο ή φύλλα πίτας
  3. figuratively, μεταφορικά, ανεπίσημο: αθλητισμός, κατά τη δεκαετία του 2020 το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) για τους μπασκετικούς οπαδούς του Παναθηναϊκού (κατά την περίοδο που ήταν εν αναμονή της απόκτησης μόνιμης έδρας) Ο Παναθηναϊκός υποδέχεται στο εξοχικό του τον Ολυμπιακό για τον πρώτο αγώνα μπάσκετ αυτής της χρονιάς (από το διαδίκτυο, 2021)

adjective εξοχικό

  1. accusative, masculine, singular, αρσενικό αιτιατική ενικού του εξοχικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξοχικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξοχικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξοχικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"εξοχικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξοχικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}