εξωθώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξωθώ

Where it comes from

εξωθώ < αρχαία ελληνική ἐξωθέω / ἐξωθῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pousser)

verb εξωθώ · εξωθούσα · θα εξωθώ · να εξωθώ · εξωθώντας

  1. ωθώ με βία και προς τα έξω ※ Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμί
  2. figuratively, μεταφορικά πιέζω κάποιον να κάνει κάτι που δεν θέλει ή κάτι που θα έχει άσχημα αποτελέσματα ※ Στην εκδήλωση, η οποία θα πραγματοποιηθεί διά ζώσης αλλά θα μεταδοθεί και διαδικτυακά, προγραμματίζεται να συζητηθούν όλα τα ζητήματα που προβληματίζουν τις νεότερες γενιές, από το στεγαστικό και τα εργασιακά μέχρι το δημογραφικό και τους λόγους επιβίωσης που εξωθούν σήμερα τους νέους ανθρώπους στ

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξωθώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CE%B8%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξωθώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CE%B8%CF%8E

Chicago

"εξωθώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CE%B8%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξωθώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CE%B8%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}