εξωτερικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξωτερικός

  • e.kso.te.ɾiˈkos

Where it comes from

εξωτερικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξωτερικός & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική extérieur, étranger

adjective εξωτερικός · εξωτερική · εξωτερικό · εξωτερικού · εξωτερικής

  1. σχετικός με το μέρος μιας επιφάνειας που είναι στραμμένο προς τα έξω οι εξωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είναι βαμμένοι με γαλάζιο χρώμα
  2. που βρίσκεται έξω από ένα συγκεκριμένο χώρο ή όριο ή οργανωμένο σύνολο το σπίτι αυτό έχει μια μικρή εσωτερική αυλή και μια μεγαλύτερη εξωτερική
  3. υπαίθριος το πλεονέκτημα αυτού του σπιτιού είναι οι μεγάλοι εξωτερικοί χώροι
  4. που σχετίζεται με άλλες χώρες η εξωτερική πολιτική του κράτους

Opposite: εσωτερικός

Thesaurus

adjective

Opposite: εσωτερικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξωτερικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξωτερικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εξωτερικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξωτερικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}