εξωτερικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξωτερικός
- e.kso.te.ɾiˈkos
Where it comes from
εξωτερικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξωτερικός & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική extérieur, étranger
adjective εξωτερικός · εξωτερική · εξωτερικό · εξωτερικού · εξωτερικής
- σχετικός με το μέρος μιας επιφάνειας που είναι στραμμένο προς τα έξω οι εξωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είναι βαμμένοι με γαλάζιο χρώμα
- που βρίσκεται έξω από ένα συγκεκριμένο χώρο ή όριο ή οργανωμένο σύνολο το σπίτι αυτό έχει μια μικρή εσωτερική αυλή και μια μεγαλύτερη εξωτερική
- υπαίθριος το πλεονέκτημα αυτού του σπιτιού είναι οι μεγάλοι εξωτερικοί χώροι
- που σχετίζεται με άλλες χώρες η εξωτερική πολιτική του κράτους
Opposite: εσωτερικός
Thesaurus
adjective
Opposite: εσωτερικός
In English
- external outside of something
Talk about this word "εξωτερικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εξωτερικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "εξωτερικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξωτερικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}