εξωτικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξωτικός

Where it comes from

εξωτικός < γαλλική exotique < ελληνιστική ἐξωτικός (από άλλη οικογένεια)

adjective εξωτικός · εξωτική · εξωτικό · εξωτικού · εξωτικής

  1. η μακρινή χώρα
  2. που προέρχεται από μακρινή χώρα / ασυνήθιστος ※ Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικ

In English

  • exotic foreign, with the connotation of excitingly foreign

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξωτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξωτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εξωτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξωτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}