εξωτισμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξωτισμός
Where it comes from
εξωτισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική exotisme < exotique < ελληνιστική κοινή ἐξωτικός < αρχαία ελληνική ἔξω
noun εξωτισμός · εξωτισμοί · εξωτισμού · εξωτισμών · εξωτισμό · εξωτισμούς
- σύνολο εξωτικών πραγμάτων ή χαρακτηριστικών ※ Αυτό βέβαια δεν είναι παρά οριενταλισμός. Το ότι οι Έλληνες βρίσκονται κι αυτοί στην πάλαι ποτέ Εγγύς Ανατολή, δεν τους εμποδίζει να κάνουν εξωτισμό προς την Αίγυπτο—έστω κι αν οι Έλληνες στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν πολλά-πολλά για την Αίγυπτο, και καταλήγουν να αντλούν από το κοινό τους οθω
In English
- exoticism the state of being exotic
Talk about this word "εξωτισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εξωτισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "εξωτισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξωτισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}