εξώνυμο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξώνυμο

Where it comes from

εξώνυμο < λόγιο ενδογενές δάνειο: exonym < αρχαία ελληνική ἔξω + ὄνομα

noun εξώνυμο · εξώνυμα · εξώνυμου · εξωνύμου · εξώνυμων · εξωνύμων

  1. γλωσσολογία η ονομασία με την οποία αποκαλούν το κράτος, το έθνος ή γενικότερα τον τόπο ενός λαού άλλοι λαοί, και η οποία διαφέρει από το ενδώνυμο, το οποίο ο ίδιος χρησιμοποιεί ※ Ενδώνυμο για τους Έλληνες είναι οι λέξεις Ελλάδα / Ελλάς ενώ εξώνυμο οι λέξεις Greece, Yunanistan κ.λπ., ασχέτως εάν στην πραγματικότητα οι ρίζες προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά ενδώνυμα (Γραικοί και Ίωνες αντίστοιχα.)

Opposite: ενδώνυμο

Thesaurus

noun

Opposite: ενδώνυμο

In English

  • exonym name used by foreigners

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξώνυμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξώνυμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF

Chicago

"εξώνυμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξώνυμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}