επάρκεια

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επάρκεια

Where it comes from

επάρκεια < αρχαία ελληνική ἐπάρκεια < ἐπί και ἀρκέω

noun επάρκεια · επάρκειες · επάρκειας · επαρκειών

  1. η ικανή ποσότητα αγαθών για κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, η επαρκής ποσότητα επάρκεια τροφίμων, νερού, προμηθειών κ.λπ.
  2. η επαρκής γνώση ενός επιστημονικού ή επαγγελματικού αντικειμένου Πρέπει να εξεταστεί η επάρκεια όλων των υποψηφίων για τα προσόντα που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση
  3. η επίσημη αναγνώριση (συνήθως κατόπιν εξετάσεων) ότι οι σπουδές κάποιου (στο εξωτερικό ή σε σχολές αμφισβητουμενου κύρους) κρίνονται επαρκείς -ότι αρκουν για να του δοθεί από το ελληνικό κράτος βεβαίωση ότι κατέχει τον επιστημονικό τομέα του στον απαιτούμενο βαθμό.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επάρκεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επάρκεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"επάρκεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επάρκεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}