επέμβαση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επέμβαση
- eˈpeɱ.va.si
Where it comes from
επέμβαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπέμβα(σις) + -ση < ἐπέμβαίνω < ἐπί (επ-) + ἐμβαίνω < ἐν + βαίνω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική intervention)
noun επέμβαση · επεμβάσεις · επέμβασης · επεμβάσεων
- εκούσια ενέργεια που αποσκοπεί στην αλλαγή μιας κατάστασης ※ Επομένως η αρμονική βαλκανική συνύπαρξη θεωρούνταν κατά τον Χ. Τρικούπη αφενός, συνάρτηση της απεξάρτησης των λαών τους από τις ξενικές επεμβάσεις στα εσωτερικά τους και αφετέρου, αγωνιώδης πορεία για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη προσέγγιση και ειλικρινέστερη κατανόηση με στόχο την ειρηνικ
- ανάμειξη σε αλλότριες υποθέσεις
- εγχείρηση
In English
- intervention medical procedure
Talk about this word "επέμβαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. επέμβαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7 "επέμβαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επέμβαση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}