επένθεση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επένθεση
- eˈpen.θe.si
Where it comes from
επένθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπένθε(σις) + -ση < θέμα που συναντάμε στο ἐπεντίθημι (παρεμβάλλω). Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, λόγιο αντιδάνειο: < (λόγιο δάνειο) γαλλική épenthèse < υστερολατινική epenthesis < ελληνιστική κοινή ἐπένθεσις (εισαγωγή γράμματος).
noun επένθεση · επενθέσεις · επένθεσης · επενθέσεων
- παρεμβολή ενός πράγματος μεταξύ άλλων
- η ανάπτυξη φωνήματος χωρίς ετυμολογική προέλευση μέσα σε μιά λέξη ή ομάδα φωνημάτων παραδειγμα Στα αρχαία ελληνικά, η μετατόπιση του ημίφωνου j υπό ορισμένες συνθήκες (ανάμεσα στα φωνήεντα α ή ο προηγούμενης συλλαβής όταν ακολουθούν τα σύμφωνα μ ή ρ)
In English
- epenthesis insertion of a phoneme or letter into a word
Talk about this word "επένθεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. επένθεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7 "επένθεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επένθεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}