επίβλεψη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επίβλεψη

  • eˈpi.vle.psi

Where it comes from

επίβλεψη < αρχαία ελληνική ἐπίβλεψις < ἐπιβλέπω < ἐπί + βλέπω < προελληνική

noun επίβλεψη · επιβλέψεις · επίβλεψης · επιβλέψεων

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβλέπω ※ Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι εργάτες δουλεύουν υπό την επίβλεψη της Πέτρου σαν να πρόκειται να παραδώσουν το έργο του Αγίου Ποτέ, ενώ ο Πέτρου δεν έχει αλλάξει το πρόγραμμά του σε τίποτα και το πρωινό δρομολόγιο των επτά και είκοσι πέντε παραμένει ιερό. (Αντώνης Γκόλτσος, Οδηγός φόνων, εκδ. Μεταίχμ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επίβλεψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επίβλεψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%88%CE%B7

Chicago

"επίβλεψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%88%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επίβλεψη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%88%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}