επίδειξη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επίδειξη

  • eˈpi.ði.ksi

Where it comes from

επίδειξη < αρχαία ελληνική ἐπίδειξις

noun επίδειξη · επιδείξεις · επίδειξης · επιδείξεων

  1. η παρουσίαση της λειτουργίας και των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος
  2. η προσκόμιση και παρουσίαση ενός εγγράφου (π.χ. ταυτότητας, εισιτηρίου)
  3. η προβολή (πλούτου, δύναμης κ.λπ.) με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων ή τον εκφοβισμό ※ Τό εἰσιτήριο εἰσόδου περιλάμβανε καί τσάι κομπλέ, ο Αλέκος ὅμως ἤθελε να κάμει επίδειξη καί παρήγγειλε δύο ουίσκι γιά μᾶς καί βερμούτ γιά τίς κοπέλες. (Γεώργιος Ιωάννου Ράλλης, Κοιτάζοντας πίσω, εκδ. Ερμείας, 1993, σελ. 174)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επίδειξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επίδειξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BE%CE%B7

Chicago

"επίδειξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επίδειξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}