επίδοση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επίδοση

Where it comes from

επίδοση < (καθαρεύουσα), (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίδοσις < ἐπιδίδωμι

noun επίδοση · επιδόσεις · επίδοσης · επιδόσεων

  1. το μετρήσιμο αποτέλεσμα μιας προσπάθειας ή ενός χαρακτηριστικού ※ Η ύπαρξη θερμοδιακοπής στα συρόμενα συστήματα τόσο στην κάσα, όσο και στα φύλλα βελτιώνει τη θερμομονωτική ικανότητά τους, που όμως δεν μπορεί να ξεπεράσει τις θερμομονωτικές επιδόσεις ενός ανοιγόμενου συστήματος. (Συστήματα κουφωμάτων αλουμινίου με θερμοδιακοπή, ΚΤΙΡΙΟ, ανακτήθηκε στις 12/4/2025
  2. η οποιαδήποτε επίμονη ενασχόληση
  3. η αθλητική επιτυχία, το ρεκόρ
  4. νομικός όρος, οικονομία η παράδοση (εγχείριση) στον αποδέκτη ενός εγγράφου δικαστικού, διοικητικού ή οικονομικού χαρακτήρα
  5. μηχανολογία η ισχύς ενός κινητήρα μιας μηχανής

In English

  • service legal: delivery of a summons or writ
  • performance the act of performing; carrying into execution or action; accomplishment
  • delivery act of conveying something

Talk about this word

Cite this
MLA

"επίδοση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επίδοση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7

Chicago

"επίδοση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επίδοση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}