επίθημα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επίθημα

  • eˈpi.θi.ma

Sounds like επίθεμα

Where it comes from

επίθημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίθημα < ἐπί + θῆμα (<τίθημι)

:* στη γλωσσολογία < (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική suffixum

noun επίθημα · επιθήματα · επιθήματος · επιθημάτων

  1. γλωσσολογία παράθημα (ή πρόσφυμα) το οποίο προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης για την παραγωγή μιας νέας λέξης είδη επιθημάτων:
  2. αρχιτεκτονική αρχιτεκτονικό στοιχείο σε σχήμα πυραμίδας το οποίο τοποθετούνταν στο πάνω μέρος ενός κιονόκρανου
  3. πληροφορική συμβολοσειρά που αποτελείται από έναν ή περισσότερους συνεχόμενους χαρακτήρες από το τέλος (δεξιό τμήμα) μιάς συμβολοσειράς (string) Στην συμβολοσειρά: "Hello", οι συμβολοσειρές: "o", "lo", "llo" και "ello", είναι επιθήματα

Similar: επίθεμα · Opposite: πρόθημα

Thesaurus

noun

Similar: επίθεμα · Opposite: πρόθημα

In English

  • suffix morpheme added at the end of a word to modify the word's meaning

Talk about this word

Cite this
MLA

"επίθημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επίθημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"επίθημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επίθημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}