επίμαχος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επίμαχος¹
Where it comes from
επίμαχος < (ελληνιστική κοινή) ἐπίμαχος
adjective επίμαχος · επίμαχη · επίμαχο · επίμαχου · επίμαχης
- που αφορά ζήτημα που θεωρείται πρόβλημα και συνήθως δεν υπάρχει μία άποψη επί αυτού/για αυτό
- που γίνεται το επίκεντρο συζήτησης το επίμαχο θέμα συζήτησης σήμερα αφορά...
- που αποτελεί θέμα αμφισβήτησης
- που γίνεται αντικείμενο του πόθου, ανταγωνισμού ή αντιπαράθεσης
Similar: αμφισβητούμενος, ζητούμενος, διεκδικούμενος, διαμφισβητούμενος, διαφιλονικούμενος, ποθητός
Επίμαχος²
Where it comes from
Επίμαχος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Επίμαχος
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
adjective
Similar: αμφισβητούμενος, ζητούμενος, διεκδικούμενος, διαμφισβητούμενος, διαφιλονικούμενος, ποθητός
Talk about this word "επίμαχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. επίμαχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%82 "επίμαχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επίμαχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}