επίπληξη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επίπληξη

  • eˈpi.pli.ksi

Where it comes from

επίπληξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίπληξις → δείτε τη λέξη πλήττω

noun επίπληξη · επιπλήξεις · επίπληξης · επιπλήξεων

  1. η αυστηρή παρατήρηση, η οποία γίνεται, προφορικώς ή γραπτώς, σε κάποιον που διέπραξε σφάλμα, με σκοπό τη βελτίωση ή την τιμωρία του Αφού δε συμμορφώνεται με τις επιπλήξεις, τιμώρησέ τον.
  2. η επίπληξη ως ποινή, συνήθως κατώτερη, που επιβάλλεται σε κάποιον είτε στα πλαίσια ορισμένης ιεραρχίας είτε από δικαστήριο. Ο μαθητής τιμωρήθηκε αυτή τη φορά με απλή επίπληξη, την επόμενη όμως φορά θα αποβληθεί.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επίπληξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επίπληξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BE%CE%B7

Chicago

"επίπληξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επίπληξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}