επίτροπος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επίτροπος¹
- eˈpi.tɾo.pos
Where it comes from
επίτροπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίτροπος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική commissaire. Αναλύεται σε επί- + τρόπος.
noun επίτροπος · επίτροποι · επιτρόπου · επίτροπου · επιτρόπων · επίτροπο
- που έχει την επίσημη ευθύνη να διαχειρίζεται ή να διοικεί κάτι, είναι υπεύθυνος για κάποιον κ.λπ.
- που ασχολείται με τις εισπράξεις και τις δαπάνες ενός ναού ※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη,
- εισαγγελέας σε στρατοδικείο ή ναυτοδικείο
Επίτροπος²
Where it comes from
Επίτροπος < επίτροπος
proper noun Επίτροπος · Epitropos
- ανδρικό επώνυμο
In English
- commissioner member of a commission
- churchwarden lay officer who handles secular affairs of the parish
Talk about this word "επίτροπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. επίτροπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82 "επίτροπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επίτροπος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}