επαγωγή
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
επαγωγή
- e.pa.ɣoˈʝi
من أين أتت
επαγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαγωγή < ἐπάγω (επάγω)
:* για τη νομική σημασία < κατά την αρχαία φράση ἐπάγομαι μαρτύρια (φέρνω μαρτυρία)
:* για τη σημασία στη φυσική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική induction
اسم επαγωγή · επαγωγές · επαγωγής · επαγωγών
-
νοητική λειτουργία που ξεκινάει από το μερικό, το ειδικό και καταλήγει στο γενικός
عكسها: παραγωγή
- λήψη του αποτελέσματος μιας δικαστικής ενέργειας μέσω συμμετοχής σε αυτήν επαγωγή κληρονομίας
- συμπέρασμα από ειδικότερες περιπτώσεις για γενικότερη μαθηματική επαγωγή, τέλεια επαγωγή
- πρόκληση ηλεκτρικού ή μαγνητικού φαινομένου από ηλεκτρικό ή μαγνητικό φαινόμενο Υπάρχουν τρία είδη επαγωγής: η ηλεκτρική επαγωγή, η μαγνητική επαγωγή και η ηλεκτρομαγνητική επαγωγή.
- έκφραση γονιδίου με απουσία καταστολέα ή παρουσία επαγωγέα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- πρόκληση βιολογικού φαινομένου εξ αιτίας κάποιας επαγωγής επαγωγή καρκίνου
عكسها: παραγωγή
المرادفات والأضداد
اسم
عكسها: παραγωγή
بالإنجليزية
- induction the act of inducting
- transitivity the degree in which a verb can govern objects
تحدّث عن هذه الكلمة "επαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. επαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE "επαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {επαγωγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}