ميكوين

επαγωγή

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

επαγωγή

  • e.pa.ɣoˈʝi

من أين أتت

επαγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαγωγή < ἐπάγω (επάγω)

:* για τη νομική σημασία < κατά την αρχαία φράση ἐπάγομαι μαρτύρια (φέρνω μαρτυρία)

:* για τη σημασία στη φυσική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική induction

اسم επαγωγή · επαγωγές · επαγωγής · επαγωγών

  1. λογική νοητική λειτουργία που ξεκινάει από το μερικό, το ειδικό και καταλήγει στο γενικός

    عكسها: παραγωγή

  2. νομικός όρος λήψη του αποτελέσματος μιας δικαστικής ενέργειας μέσω συμμετοχής σε αυτήν επαγωγή κληρονομίας
  3. μαθηματικά συμπέρασμα από ειδικότερες περιπτώσεις για γενικότερη μαθηματική επαγωγή, τέλεια επαγωγή
  4. φυσική πρόκληση ηλεκτρικού ή μαγνητικού φαινομένου από ηλεκτρικό ή μαγνητικό φαινόμενο Υπάρχουν τρία είδη επαγωγής: η ηλεκτρική επαγωγή, η μαγνητική επαγωγή και η ηλεκτρομαγνητική επαγωγή.
  5. βιολογία έκφραση γονιδίου με απουσία καταστολέα ή παρουσία επαγωγέα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
  6. figuratively, βιολογία, συνεκδοχικά πρόκληση βιολογικού φαινομένου εξ αιτίας κάποιας επαγωγής επαγωγή καρκίνου

عكسها: παραγωγή

المرادفات والأضداد

اسم

عكسها: παραγωγή

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"επαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE

Chicago

"επαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επαγωγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}