επανάσταση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επανάσταση

  • e.paˈna.sta.si

Where it comes from

επανάσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπανάστα(σις) + -ση < ἐπανίστημι < (επανά-) ἐπί + ἀνίστημι < ἀνά + ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂-

noun επανάσταση · επαναστάσεις · επανάστασης · επαναστάσεων

  1. ιστορία, πολιτική η εξέγερση κοινωνικών ομάδων ή λαών, με στόχους την απελευθέρωση από κάποιον δυνάστη, την ένωση με κάποια κρατική οντότητα, την απόκτηση της εξουσίας και την πραγματοποίηση αλλαγών στον οικονομικό, πολιτισμικό και άλλους τομείς
  2. figuratively, καταχρηστικά στάση, κίνημα, κίνηση, πραξικόπημα
  3. broadly, κατ’ επέκταση αντίδραση σε κάποια καταπιεστική κατάσταση
  4. figuratively, μεταφορικά μεγάλη αλλαγή ή καινοτομία σε κάποιον τομέα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επανάσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επανάσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"επανάσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επανάσταση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}