επαναληπτικός
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
επαναληπτικός
- e.pa.na.li.ptiˈkos
من أين أتت
επαναληπτικός < (επαναλαμβάνω, επανάληψη) επαναληπ- + -τικός
صفة επαναληπτικός · επαναληπτική · επαναληπτικό · επαναληπτικού · επαναληπτικής
- που επαναλαμβάνει κάτι επαναληπτικό όπλο
- που επαναλαμβάνεται επαναληπτικός αγώνας
- που χρησιμοποιείται αντί για ουσιαστικό, που έχει αναφερθεί προηγουμένως επαναληπτική αντωνυμία
بالإنجليزية
- repetitive happening many times in a similar way
تحدّث عن هذه الكلمة "επαναληπτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. επαναληπτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "επαναληπτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {επαναληπτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}