ميكوين

επαναληπτικός

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

επαναληπτικός

  • e.pa.na.li.ptiˈkos

من أين أتت

επαναληπτικός < (επαναλαμβάνω, επανάληψη) επαναληπ- + -τικός

صفة επαναληπτικός · επαναληπτική · επαναληπτικό · επαναληπτικού · επαναληπτικής

  1. που επαναλαμβάνει κάτι επαναληπτικό όπλο
  2. που επαναλαμβάνεται επαναληπτικός αγώνας
  3. γραμματική, για αντωνυμία που χρησιμοποιείται αντί για ουσιαστικό, που έχει αναφερθεί προηγουμένως επαναληπτική αντωνυμία

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"επαναληπτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επαναληπτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"επαναληπτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επαναληπτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}