επαρχιώτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επαρχιώτης

  • e.paɾ.çiˈo.tis

Where it comes from

επαρχιώτης < ελληνιστική κοινή ἐπαρχιώτης < ἐπαρχία < αρχαία ελληνική ἔπαρχος < ἐπί + ἄρχω

noun επαρχιώτης · επαρχιώτες · επαρχιώτη · επαρχιωτών

  1. αυτός που κατάγεται από επαρχία ή διαμένει σ’ αυτή ※ Για το τεράστιο καφενείο «Νέον» [στην πλατεία Ομονοίας], που έχει απεικονίσει απαράμιλλα ο Τσαρούχης, τα λεγόμενά μου ισχύουν, νομίζω, πάρα πολύ. Το μαγαζί αυτό χρησιμοποιείται πολύ από τους επαρχιώτες κάποιας ηλικίας ιδίως, για τις συναντήσεις τους (απόσπασμα από το βιβλίο των Γιώργου Ιωάννου [κε
  2. offensive, μειωτικό αυτός που έχει συμπεριφορά και νοοτροπία κάπως συμμαζεμένη (και ενδεχομένως στενόμυαλη)

Talk about this word

Cite this
MLA

"επαρχιώτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επαρχιώτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"επαρχιώτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επαρχιώτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}