επιβάλλομαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επιβάλλομαι
- e.piˈva.lo.me
verb επιβάλλομαι · επιβλήθηκα · επιβεβλημένος
- παθητική φωνή του ρήματος επιβάλλω ※ Τη νύχτα είχε επιβληθεί ο συσκοτισμός των σπιτιών και των καταστημάτων (Γεώργιος Δ. Χρηστάκης, Επαρχία Βιάννου, 1940-1945: το ολοκαύτωμα του 1943, 2000, σελ. 30)
- διαθέτω ορισμένες εξαιρετικές ιδιότητες με αποτέλεσμα να ξεχωρίζω και να προκαλώ υπερβολικά έντονο θαυμασμό, εντύπωση Το κτίριο που επιβάλλεται με τον όγκο του
- αναγνωρίζεται ο ρόλος μου ως ηγετικός, πρωταρχικός, καθοριστικός σε κάτι, ιδίως σε ορισμένη διαδικασία Aν και νέος, επιβλήθηκε στην πολιτική ζωή του τόπου και σε μικρή ηλικία έγινε πρωθυπουργός
- νικώ σε αγώνα H εθνική ομάδα ποδοσφαίρου επιβλήθηκε στην αντίστοιχη της Iταλίας
Talk about this word "επιβάλλομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. επιβάλλομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "επιβάλλομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επιβάλλομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}