Μίκουιν

επιβεβαιωτικός

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

επιβεβαιωτικός

Από πού έρχεται

επιβεβαιωτικός < επιβεβαιώνω + -τικός

επίθετο επιβεβαιωτικός · επιβεβαιωτική · επιβεβαιωτικό · επιβεβαιωτικού · επιβεβαιωτικής

  1. που έχει σχέση με επιβεβαίωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"επιβεβαιωτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

επιβεβαιωτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"επιβεβαιωτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιβεβαιωτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}