επιδιορθώνω

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

επιδιορθώνω

  • e.pi.ði̯oɾˈθo.no

Откуда оно

επιδιορθώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιδιορθ(ῶ), συνηρημένος τύπος του ἐπιδιορθόω < ἐπί + διορθόω-ῶ + -ώνω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + διορθώνω (δι- + ορθώνω)

глагол επιδιορθώνω · επιδιόρθωσα · επιδιορθώνομαι · επιδιορθώθηκα · επιδιορθωμένος

  1. φέρνω κάτι στην προηγούμενη σωστή κατάσταση, το κάνω ξανά λειτουργικό, χωρίς τις ζημιές που είχε (λέγεται για το ίδιο το αντικείμενο όσο και για τη ζημιά που έπαθε) ο ποδηλατάς στη γωνία επιδιορθώνει παλιά ποδήλατα

По-английски

  • repair to restore to good working order

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"επιδιορθώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιδιορθώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"επιδιορθώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιδιορθώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}