επιδρομή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επιδρομή
- e.pi.ðɾoˈmi
Where it comes from
επιδρομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιδρομή
noun επιδρομή · επιδρομές · επιδρομής · επιδρομών
- η ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε (κατοικημένη) περιοχή με σκοπό είτε την αρπαγή των περιουσιών ή των αγαθών των κατοίκων, είτε τον αιχμαλωτισμό, την απαγωγή ή τον εκφοβισμό τους, είτε την εξόντωσή τους η χώρα είχε ερημώσει από τις διαρκείς επιδρομές εχθρικών φύλων
- η ομαδική πολεμική επίθεση περιορισμένης διάρκειας σχεδιασμός ναυτικής επιδρομής εναντίον σειράς παράλιων στόχων
- η ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε χώρο με σκοπό την αρπαγή αγαθών ή εξοπλισμού τα εμπορεύματα του καταστήματος κλάπηκαν κατά τη διάρκεια επιδρομής μελών τοπικών συμμοριών
- η ομαδική εισβολή εντόμων σε μία περιοχή ο κάμπος έπαθε τεράστια ζημιά φέτος από επιδρομή ακρίδων
In English
Talk about this word "επιδρομή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. επιδρομή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE "επιδρομή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επιδρομή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}