επιδρομή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιδρομή

  • e.pi.ðɾoˈmi

Where it comes from

επιδρομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιδρομή

noun επιδρομή · επιδρομές · επιδρομής · επιδρομών

  1. η ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε (κατοικημένη) περιοχή με σκοπό είτε την αρπαγή των περιουσιών ή των αγαθών των κατοίκων, είτε τον αιχμαλωτισμό, την απαγωγή ή τον εκφοβισμό τους, είτε την εξόντωσή τους η χώρα είχε ερημώσει από τις διαρκείς επιδρομές εχθρικών φύλων
  2. η ομαδική πολεμική επίθεση περιορισμένης διάρκειας σχεδιασμός ναυτικής επιδρομής εναντίον σειράς παράλιων στόχων
  3. η ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε χώρο με σκοπό την αρπαγή αγαθών ή εξοπλισμού τα εμπορεύματα του καταστήματος κλάπηκαν κατά τη διάρκεια επιδρομής μελών τοπικών συμμοριών
  4. η ομαδική εισβολή εντόμων σε μία περιοχή ο κάμπος έπαθε τεράστια ζημιά φέτος από επιδρομή ακρίδων

In English

  • raid attack for the purpose of making arrests, seizing property, or plundering
  • irruption action of irrupting

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιδρομή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιδρομή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE

Chicago

"επιδρομή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιδρομή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}