επιζών

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιζών

  • e.piˈzon

Where it comes from

επιζών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιζῶν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐπιζῶ (επιβιώνω) < ἐπί + ζήω / ζάω / ζῶ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική survivant ή από την αγγλική survivor)

verb επιζών · επιζώντας · επιζώσα · επιζώντος · επιζώντα

  1. ως ουσιαστικό αυτός που επιζεί, ιδίως μετά από ένα καταστροφικό γεγονός που για άλλους υπήρξε θανατηφόρο Ήταν ένα ναυάγιο που δεν άφησε επιζώντες.
  2. adjective, ως επίθετο που επιζεί, ιδίως μετά από ένα καταστροφικό γεγονός που για άλλους υπήρξε θανατηφόρο Όλοι οι επιζώντες επιβάτες του άτυχου λεωφορείου μεταφέρθηκαν στα κοντινότερα νοσοκομεία.

Similar: επιζήσας, επιζήσασα, επιζήσαν, επέζησε

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιζών." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B6%CF%8E%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιζών. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B6%CF%8E%CE%BD

Chicago

"επιζών." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B6%CF%8E%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιζών},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B6%CF%8E%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}