επικάλυψη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επικάλυψη

Where it comes from

επικάλυψη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐπικαλύπτω

noun επικάλυψη · επικαλύψεις · επικάλυψης · επικαλύψεων

  1. η διαδικασία, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικαλύπτω / επικαλύπτομαι ※ Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argir

    Similar: γλάσο

  2. το υλικό της εξωτερικής-άνω στρώσης/επικάλυψης/επίστρωσης
  3. figuratively, μεταφορικά σύμπτωση τομέων ή δράσεων Ένας θείος μοιράζεται γενετική επικάλυψη 25%.
  4. αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός ο εκ νέου ορισμός σε υποκλάση μίας μεθόδου, κατά την διαδικασία της κληρονομικότητας, διατηρώντας το ίδιο όνομα και τις παραμέτρους, με αυτά της μεθόδου στην υπερκλάση, αλλάζοντας έτσι την λειτουργικότητά της

    Similar: υποσκελισμός · Opposite: αντικατάσταση, overwrite

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επικάλυψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επικάλυψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7

Chicago

"επικάλυψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επικάλυψη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}