επικονιάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επικονιάζω
- e.pi.ko.niˈa.zo
Where it comes from
επικονιάζω < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική polliniser (η επίκονίαση από το 1890). Διαφορετική σημασία στην ελληνιστική κοινή ἐπικονιάω (ασπρίζω)/ἐπικονιῶ απ' όπου ο παρωχημένος τύπος επικονιώνω. → δείτε τη λέξη < επι- (<ἐπί) + κονία < κόνις. ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
verb επικονιάζω · επικονίασα · επικονιάζομαι · επικονιάστηκα · επικονιασμένος
- εναποθέτω γύρη στο στίγμα του άνθους και συντελώ έτσι στη γονιμοποίηση ※ Εδώ και δεκαετίες είναι γνωστό ότι πολλά φυτά επικοινωνούν μέσω χημικών σινιάλων, καθώς και μέσω της άμεσης φυσικής επαφής, προκειμένου να εμποδίσουν την ανάπτυξη των ανταγωνιστών τους ή να προσελκύσουν τα έντομα που τα επικονιάζουν. (@tovima)
In English
- pollinate to apply pollen to
Talk about this word "επικονιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. επικονιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "επικονιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επικονιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}