επιλαχών

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιλαχών

Where it comes from

επιλαχών < αρχαία ελληνική ἐπιλαχών, μετοχή αορίστου β' του ρήματος ἐπιλαγχάνω (διαδέχομαι κάποιον σε ένα αξίωμα)

verb επιλαχών · επιλαχούσα · επιλαχόν

  1. που δεν θεωρείται επιτυχών σε μια εκλογή ή διαγωνισμό ή εξέταση για πλήρωση μιας θέσης, η σειρά όμως κατάταξής του είναι αρκετά υψηλή ώστε να του επιτρέπει να καταλάβει αργότερα μια θέση, στην περίπτωση που αυτή μείνει κενή ※ Oκτώ επιλαχόντες βουλευτές πανηγυρίζουν: Οκτώ από τους δεκαέξι εν ενεργεία βουλευτές που κατήλθαν στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, διεκδικώντας το ύπατο αξίωμα, πέτυχαν τον στόχο τους και ως εκ τούτου θα αποχωρήσουν στο τέλος του έτους, παραχωρώντας τις έδρες τους στους επιλαχόντες του κόμμ

noun επιλαχών · επιλαχούσα

  1. που είναι επιλαχών

In English

  • runner-up the person who finishes in any position after the first

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιλαχών." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%87%CF%8E%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιλαχών. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%87%CF%8E%CE%BD

Chicago

"επιλαχών." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%87%CF%8E%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιλαχών},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%87%CF%8E%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}