επιλογή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιλογή

  • e.pi.loˈʝi

Where it comes from

επιλογή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιλογή (διάλεγμα), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sélection ή από την αγγλική selection

noun επιλογή · επιλογές · επιλογής · επιλογών

  1. το να αποφασίζει κανείς ότι ένα πράγμα ή πρόσωπο είναι καλύτερο ή πιο κατάλληλο από άλλα για κάτι, το να διαλέγει κανείς κάτι ή κάποιον
  2. η ικανότητα ή δυνατότητα να διαλέξει κανείς κάτι ή κάποιον
  3. ένα από το σύνολο πραγμάτων ή προσώπων από το οποίο μπορεί κανείς να διαλέξει
  4. κάτι η κάποιος που διαλέχτηκε
  5. σύνολο επιλεγμένων στοιχείων μια επιλογή εκθεμάτων του μουσείου
  6. μια απόφαση ενός προσώπου για κάτι
  7. πληροφορική προαιρετικός όρος σε εντολή που την εξειδικεύει

    Similar: όρος

  8. βάσεις δεδομένων , (στο σχεσιακό μοντέλο) μοναδιαίος τελεστής (πράξη) της σχεσιακής άλγεβρας, που λαμβάνει σαν τελεστέο μιά σχέση (πίνακα) και δημιουργεί μία νέα σχέση με τις πλειάδες (γραμμές) που ικανοποιούν μια συνθήκη ※ Μπορούμε να θεωρήσουμε την πράξη της επιλογής σαν ένα φίλτρο που κρατά μόνο τις πλειάδες εκείνες που ικανοποιούν την συνθήκη επιλογής.

    Similar: οριζόντια επιλογή, περιορισμός

In English

  • alternative one of several things which can be chosen
  • choice option or decision
  • option one of the choices that can be made
  • possibility option or choice, usually used in context with future events

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιλογή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιλογή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE

Chicago

"επιλογή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιλογή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}