επιλόχειος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επιλόχειος
- e.piˈlo.çi.os
Where it comes from
επιλόχειος < επι- + λοχεί(α) + -ος
adjective επιλόχειος · επιλόχεια · επιλόχειο · επιλόχειου · επιλοχείου
- που έχει σχέση με τη λοχεία ή αναφέρεται σ’ αυτή ※ Αλλά η επιλόχειος κατάθλιψη φαίνεται πως δεν αποτελεί μονοπώλιο των γυναικών, όπως υπογραμμίζει και η γυναικολόγος-μαιευτήρας (…). Έρευνες έχουν δείξει πως και για τους συντρόφους των λεχώνων, η εμπειρία της εγκυμοσύνης, της γέννας και της άφιξης του νεογνού στην καθημερινότητά τους αφήνει αντίστο
In English
- puerperal Of or pertaining to or associated with childbirth
Talk about this word "επιλόχειος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. επιλόχειος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82 "επιλόχειος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επιλόχειος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}