επιμελήτρια

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

επιμελήτρια

De unde vine

επιμελήτρια < επιμελητής + -τρια

substantiv επιμελήτρια · επιμελήτριες · επιμελήτριας · επιμελητριών

  1. η γυναίκα που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου επιμελήτρια της έκδοσης
  2. η μαθήτρια που αναλαμβάνει εκ περιτροπής με τους υπόλοιπους συμμαθητές της να προσέχει την αίθουσα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος επιμελήτρια της τάξης αυτή την εβδομάδα είναι η Μαρία
  3. γιατρός νοσοκομείου, η οποία έχει ασκηθεί στην ειδικότητά της για συγκεκριμένο διάστημα και προΐσταται συγκεκριμένου τομέα η επιμελήτρια της παιδοχειρουργικής

În engleză

  • lecturer member of university or college

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"επιμελήτρια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιμελήτρια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1

Chicago

"επιμελήτρια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιμελήτρια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}