επιμελήτρια
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
επιμελήτρια
De unde vine
επιμελήτρια < επιμελητής + -τρια
substantiv επιμελήτρια · επιμελήτριες · επιμελήτριας · επιμελητριών
- η γυναίκα που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου επιμελήτρια της έκδοσης
- η μαθήτρια που αναλαμβάνει εκ περιτροπής με τους υπόλοιπους συμμαθητές της να προσέχει την αίθουσα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος επιμελήτρια της τάξης αυτή την εβδομάδα είναι η Μαρία
- γιατρός νοσοκομείου, η οποία έχει ασκηθεί στην ειδικότητά της για συγκεκριμένο διάστημα και προΐσταται συγκεκριμένου τομέα η επιμελήτρια της παιδοχειρουργικής
În engleză
- lecturer member of university or college
Discută despre acest cuvânt "επιμελήτρια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. επιμελήτρια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1 "επιμελήτρια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {επιμελήτρια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}