מיקווין

επινεφρίνη

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

επινεφρίνη

מאיפה זה בא

επινεφρίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική epinephrine ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική épinéphrine < αρχαία ελληνική ἐπί + νεφρός

שם עצם επινεφρίνη · επινεφρίνες · επινεφρίνης · επινεφρινών

  1. βιοχημεία ορμόνη που εκκρίνεται από τον μυελό των επινεφριδίων και ρυθμίζει την αντίδραση του οργανισμού στο στρες, αυξάνοντας την καρδιακή συχνότητα, τη γλυκόζη του αίματος και τη διαστολή των βρόγχων
  2. φαρμακευτική φάρμακο με δραστική ουσία την ομώνυμη ορμόνη, που χορηγείται για την αντιμετώπιση επειγουσών καταστάσεων, όπως η αναφυλαξία και η καρδιακή ανακοπή

דומה: αδρεναλίνη

מילים נרדפות והפכים

שם עצם

דומה: αδρεναλίνη

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"επινεφρίνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%86%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επινεφρίνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%86%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7

Chicago

"επινεφρίνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%86%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επινεφρίνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%86%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}