επιπόλαιος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιπόλαιος

  • e.piˈpo.le.os

Where it comes from

επιπόλαιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιπόλαιος (επιφανειακός) < ἐπιπολή (επιφάνεια)

adjective επιπόλαιος · επιπόλαιη · επιπόλαια · επιπόλαιο · επιπόλαιου · επιπόλαιης

  1. για πρόσωπα που δεν σκέπτεται σοβαρά πριν κάνει κάτι, απερίσκεπτος ※ Χωρίς να έχει κακές προθέσεις, η Νάνσυ δεν παύει να είναι αγνώμων και επιπόλαια. (Ελίζα-Άννα Δελβερούδη, Οι Νέοι στις κωμωδίες του Ελληνικού Κινηματογράφου: (1948-1974), 2004, σελ. 421)
  2. ενέργεια που γίνεται απερίσκεπτα ή χωρίς την απαιτούμενη προσοχή, πρόχειρος, επιφανειακός
  3. χωρίς βάθος, ασήμαντος επιπόλαιο αίσθημα
  4. για τραύμα επιφανειακός, ασήμαντος, όχι σοβαρός

In English

  • volatile fickle
  • flighty given to silly ideas
  • frivolous silly; especially at an inappropriate time or in an inappropriate manner

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιπόλαιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιπόλαιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"επιπόλαιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιπόλαιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}