επισημείωση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επισημείωση

noun επισημείωση · επισημειώσεις · επισημείωσης · επισημειώσεων

  1. especially, πληροφορική, ειδικότερα, προγραμματισμός το ειδικό σύμβολο για την κατηγοριοποίηση μεταβλητών σε κάποιες γλώσσες προγραμματισμού, όπως το σύμβολο $ στις μεταβλητές της Perl
  2. formal, λόγιο σήμανση ή χαρακτηρισμός με σύμβολο, ένδειξη ή σχόλιο, για τη δήλωση κάποιας ιδιότητας ή πληροφορίας
  3. formal, λόγιο παρατήρηση, διευκρίνιση ή συμπληρωματικό σχόλιο που προστίθεται σε κείμενο ή δήλωση

In English

  • annotation critical or explanatory commentary or analysis

Talk about this word

Cite this
MLA

"επισημείωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επισημείωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"επισημείωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επισημείωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}