επισκοπή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επισκοπή¹
- e.pi.skoˈpi
Where it comes from
επισκοπή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπισκοπή
noun επισκοπή · επισκοπές · επισκοπής · επισκοπών
-
η περιφέρεια στην οποία ασκεί του δοικητικό και ποιμενικό του έργο ένας επίσκοπος
※ Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θ
Similar: επισκοπάτο
-
το αξίωμα ενός επισκόπου
Similar: επισκοπεία
-
η κατοικία ενός επισκόπου
Similar: επισκοπείο, επισκοπικό
Επισκοπή²
- e.pi.skoˈpi
Where it comes from
Επισκοπή < επισκοπή
proper noun Επισκοπή · Επισκοπές · Επισκοπής · Επισκοπών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- πόλη της Αλβανίας
- ονομασία της νήσου Τήλου κατά τον 16ο αιώνα
In English
Talk about this word "επισκοπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. επισκοπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE "επισκοπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επισκοπή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}