επισκοπή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επισκοπή¹

  • e.pi.skoˈpi

Where it comes from

επισκοπή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπισκοπή

noun επισκοπή · επισκοπές · επισκοπής · επισκοπών

  1. θρησκεία η περιφέρεια στην οποία ασκεί του δοικητικό και ποιμενικό του έργο ένας επίσκοπος ※ Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θ

    Similar: επισκοπάτο

  2. θρησκεία το αξίωμα ενός επισκόπου

    Similar: επισκοπεία

  3. θρησκεία η κατοικία ενός επισκόπου

    Similar: επισκοπείο, επισκοπικό

Επισκοπή²

  • e.pi.skoˈpi

Where it comes from

Επισκοπή < επισκοπή

proper noun Επισκοπή · Επισκοπές · Επισκοπής · Επισκοπών

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. πόλη της Αλβανίας
  3. ονομασία της νήσου Τήλου κατά τον 16ο αιώνα

In English

  • see diocese
  • diocese region administered by a bishop
  • cathedral church serving as the office of the diocese's bishop and archdiocese's archbisho
  • Peshkopi town in northeastern Albania

Talk about this word

Cite this
MLA

"επισκοπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επισκοπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE

Chicago

"επισκοπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επισκοπή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}