επιστύλιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιστύλιο

Where it comes from

επιστύλιο < (ελληνιστική κοινή) ἐπιστύλιον < ἐπί + στῦλος

noun επιστύλιο · επιστύλια · επιστυλίου · επιστύλιου · επιστυλίων

  1. αρχιτεκτονική το ξύλινο ή πέτρινο δοκάρι που βρίσκεται ακριβώς πάνω από τους κίονες αρχαίου κτηρίου· αποτελεί το χαμηλότερο τμήμα του θριγκού και από πάνω του βρίσκεται η ζωφόρος (στον ιωνικό ρυθμό) ή τα τρίγλυφα και οι μετόπες (στον δωρικό)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιστύλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιστύλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF

Chicago

"επιστύλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιστύλιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}