επιτίθεμαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επιτίθεμαι
- e.piˈti.θe.me
Where it comes from
επιτίθεμαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιτίθεμαι < αρχαία ελληνική ἐπιτίθεμαι, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attaquer, αγγλική attack.
verb επιτίθεμαι · επιτιθόμουν · επιτεθεί · επιτέθηκα · επετέθην · επιτιθέμενος
- επιχειρώ, συνήθως με ορμητικό και βίαιο τρόπο, να εξουδετερώσω κάτι ή κάποιον, να του επιβάλλω τη θέλησή μου ή να του προκαλέσω ζημιά, π.χ. σωματική βλάβη, για πρόσωπο → χρειάζεται παράθεμα
- εκτοξεύω αυστηρές κριτικές εναντίον κάποιου, τον κατηγορώ, τον υποτιμώ Η καλή συνεργασία προϋποθέτει ότι δεν επιτιθόμαστε προσωπικά στους συναδέλφους μας
- παθητική φωνή του ρήματος επιθέτω· με βάζουν πάνω σε κάτι
In English
- attack to apply violent force
Talk about this word "επιτίθεμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. επιτίθεμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "επιτίθεμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επιτίθεμαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}