επιτόκιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιτόκιο

  • e.piˈto.ci.o

Where it comes from

επιτόκιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιτόκιον, υποκοριστικό του ἐπίτοκος (ετοιμόγεννος) με σημασία όπως στη φράση «τόκοι ἐπίτοκοι» (τόκοι που αποδίδουν πρόσθετους τόκους). Μορφολογικά αναλύεται σε επι- + τόκ(ος) + -ιο.

noun επιτόκιο · επιτόκια · επιτοκίου · επιτόκιου · επιτοκίων

  1. οικονομία ο τόκος που αντιστοιχεί σε ένα ποσό, εκφρασμένος ως ποσοστό, κατά κανόνα, επί τοις εκατό (%) για χρονικό διάστημα (συνήθως) ενός έτους Η ετήσια προθεσμιακή κατάθεση που έκανα την τράπεζα έχει πολύ καλό επιτόκιο, 3% το χρόνο, οπότε για τις 50.000 ευρώ που κατέθεσα θα λάβω μετά από ένα χρόνο τόκο 1.500 ευρώ. (δηλαδή: 50.000 × 0,03 = 1.500)

In English

  • interest rate percentage of money charged for its use per some period

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιτόκιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιτόκιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BF

Chicago

"επιτόκιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιτόκιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}