επιχειρώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιχειρώ

Where it comes from

επιχειρώ < αρχαία ελληνική ἐπιχειρέω

verb επιχειρώ · επιχειρούσα · θα επιχειρώ · να επιχειρώ · επιχειρώντας

  1. transitive, μεταβατικό καταπιάνομαι με ένα έργο, προσπαθώ, αποπειρώμαι (όταν το ρήμα χρησιμοποιείται σε παρελθοντικούς χρόνους, συχνά υπονοείται ότι η προσπάθεια δεν ήταν επιτυχής)
  2. intransitive, αμετάβατο διεξάγω στρατιωτικές επιχειρήσεις, πολεμώ Ο αρχηγός του ρωσικού επιτελείου κατήγγειλε ότι ξένοι μισθοφόροι επιχειρούν κατά των αυτονομιστών στην ανατολική Ουκρανία.
  3. intransitive, neologism, νεολογισμός, αμετάβατο ξεκινώ μια επιχείρηση, γίνομαι επιχειρηματίας Όταν οι νέοι επιχειρούν - Μαθητές Λυκείου ίδρυσαν εταιρία ηλιακών παιχνιδιών

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιχειρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιχειρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8E

Chicago

"επιχειρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιχειρώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}