επωφελούμαι
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
επωφελούμαι
Откуда оно
επωφελούμαι < ελληνιστική κοινή ἐπωφελοῦμαι < αρχαία ελληνική ἐπωφελέω / ἐπωφελῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική profiter)
глагол επωφελούμαι · επωφελούμουν · θα επωφελούμαι · να επωφελούμαι · επωφελείσαι
- λαμβάνω ωφέλεια ή όφελος από κάτι ή κάποιον ※ Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού. Κεφάλαιο ΜΒ, Λάζαρος, 1925)
По-английски
- take advantage profit from a situation
Обсудить это слово "επωφελούμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%89%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. επωφελούμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%89%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "επωφελούμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%89%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {επωφελούμαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%89%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}