επόπτης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επόπτης¹

Where it comes from

επόπτης < αρχαία ελληνική ἐπόπτης < ἐφοράω / ἐφορῶ < ἐπί + ὁράω / ὁρῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inspecteur)

noun επόπτης · επόπτες · επόπτη · εποπτών

  1. επάγγελμα πρόσωπο που ασκεί την εποπτεία χώρου ή διαδικασίας, που εποπτεύει
  2. στρατιωτικός όρος ο ανώτερος ιεραρχικά αξιωματικός που φροντίζει για την ασφάλεια και τη διοίκηση ενός στρατοπέδου για κάποιο χρονικό διάστημα
  3. αθλητισμός, επάγγελμα, ποδόσφαιρο βοηθός διαιτητή που εποπτεύει αν η μπάλα βγήκε έξω από τις πλαϊνές γραμμές του γηπέδου και συνδράμει γενικά το έργο του διαιτητή

    Similar: λάινσμαν

Επόπτης²

Where it comes from

Επόπτης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Επόπτης

  1. ανδρικό όνομα

In English

  • linesman soccer: assistant referee
  • supervisor a person with the official task of overseeing the work of a person or group etc.
  • overseer one who oversees

Talk about this word

Cite this
MLA

"επόπτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επόπτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"επόπτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επόπτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}