米克温

ερασιτέχνης

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

ερασιτέχνης

  • e.ɾa.siˈte.xnis

它从哪里来

ερασιτέχνης < ἐρασιτέχνης, (μαρτυρείται από το 1887). < ερασι- (< αρχαία ελληνική ἐρασι- ἔραμαι) + -τέχνης (< τέχνη)· απόδοση για τη γαλλική amateur ή από την ιταλική dilettante

名词 ερασιτέχνης · ερασιτέχνες · ερασιτέχνη · ερασιτέχνου · ερασιτεχνών

  1. adjective, σε επιθετική λειτουργία που ασχολείται με κάτι από ευχαρίστηση, όχι επαγγελματικά ή με σκοπό το οικονομικό κέρδος ※ όργανο πρωτόπιασα όταν ήμουνα περίπου 15 χρονών παιδάκι. Ένας άλλος ξάδελφός μου έπαιζε κιθάρα. Ερασιτέχνης κι' αυτός. Εγώ βρήκα την κιθάρα - το πρώτο όργανο που έπιασα - τον παρακάλεσα, μου την έδωσε και άρχισα να την κάνω κτήμα μου (Παναγιώτης Κουνάδης, Εις ανάμνησιν στιγμών ελκυστικών, κείμενα

    反义词: επαγγελματίας

  2. disapproving, κακόσημο που δε διαθέτει επαγγελματισμό, οργανωτικότητα ή ειδικές γνώσεις, αλλά χαρακτηρίζεται από προχειρότητα κι ανευθυνότητα

    相近词: ντιλετάντης

英语

  • amateur person attached to a pursuit without pursuing it professionally
  • layman someone who is not a professional in a given field

讨论这个词

引用
MLA

"ερασιτέχνης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ερασιτέχνης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82

Chicago

"ερασιτέχνης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ερασιτέχνης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}